Από σήμερα και μέχρι να συμπληρωθούν 100+1 Σονέτα θα εμφανίζομαι σε άλλο μαγαζί…
Ο νέος τόπος είναι εδώ
υγ
Δε θα χρησιμοποιηθεί τίποτα έτοιμο. Ό,τι προκύπτει θα δημοσιεύεται.
Εδώ και μήνες αυτό το blog ζει διασωληνωμένο.
Ήρθε πια ο καιρός να αφαιρέσω τη μηχανική υποστήριξη
Αν επιζήσει έχει καλώς.
Αν όχι
Άντε… και καλή τύχη μάγκες!
Και οι στίχοι για τη Σοφία
Ληστέψανε την τράπεζα
και τι με νοιάζει εμένα
δεν είμαι με κανέναν.
Σου λέω καλά της κάνανε
γιατί μας προκαλούσε…
γεμάτη εκατομμύρια, ενώ κι ο Θεός πεινούσε!
Περαστικοί, αδιάφορα,
εκάτσαν κι εκοιτούσαν.
Του διευθυντή της οι κοιλιές,
κι αυτούς τους ενοχλούσαν.
Κάποιος πανικοβλήθηκε
μπας κι ήτανε ο γιος του
κι ο ιδρωμένος λογιστής,
μπας κι ήταν ανεψιός του
κι όσο για τον ταμία
που πήγε ν’ αμυνθεί,
όταν αναρωτήθηκε για ποιόν και το γιατί,
“στα τέτοια μου” ψιθύρισε
και γέμισε τις τσάντες.
Άντε και καλή τύχη μάγκες!
Στο μπάτσο βλέπεις πέρασε μονάχα η κοροϊδία,
να έχει την ψευδαίσθηση πως είναι εξουσία,
και τώρα η χήρα του με δυο ορφανά,
με τρεις κι εξήντα σύνταξη, τη μοίρα βλαστημά
και μια γνωστή αιτία…
Ψωρο-κορώνα-γράμματα
στο τζόγο της ζωής
«Επάγγελμα;» «Ποιό επάγγελμα;»
«Τι επάγγελμα;» «Ληστής»
Τα τέρατα δικάστηκαν με μάρτυρα την πείνα,
αποκλεισμένα μια ζωή σε ακούσια καραντίνα.
Η απελπισιά περίστροφο και σφαίρες της, οι ανάγκες
Άντε… και καλή τύχη μάγκες!
υγ
Κοίτα να δεις πόσο επίκαιροι είναι τούτοι οι στίχοι!
Σήμερα εμφανιζόμαστε σε μεγαλύτερο σαλόνι
Ευχαριστώ το Σολωμάντζαρο για το όμορφο εξώφυλλο
Γίναμε ρόμπα σε όλη την Ελλάδα.
Στείλαμε για να απλώσει τη μπουγάδα
στης τρίτης πτέρυγας επάνω την ταράτσα
την πιο επικίνδυνη για να το σκάσει φάτσα
Με της απλώστρας το σκοινί έφτιαξε σκάλα
Κι όπως περνούσε ένα ελικόπτερο από πάνω
Την κάνει λάσο και γραπώνεται η κουφάλα
Κυρ Διευθυντά των φυλακών τι να σας κάνω;
Δεν πήγε μόνος είχε δίπλα το Ριζάι
τα μανταλάκια, τη λεκάνη να κρατάει
πότε προλάβανε και στήσαν’ την πλεκτάνη
Τι να σου πω αφεντικό. Μεγάλο αλάνι!
Και δε με νοιάζει τίποτα άλλο πια εμένα
Αλλά έχω ακόμα δυο πλυντήρια πλυμένα
Και ποιον να στείλω να τα απλώσει; Τι να κάνω;
Με βλέπω μόνο μου να τρέχω εκεί πάνω…
Και το ‘χα πει στον Υπουργό. Μα αυτός κουβέντα
Και να που γίναμε κορόιδα με πατέντα
Αν είχε πάρει το -που του είπα- στεγνωτήριο
Δε θα ‘σουν θύμα –αφεντικό- εξιλαστήριο…
Με εκείνος…πούουου…Πολλά τα έξοδα, κονδύλια…
Τώρα μας ρίχνει μπινελίκια και καντήλια
Η γαμημένη –αφεντικό- γραφειοκρατία
είναι η μόνη της απόδρασης αιτία…
Μην τους ακούς που σχέδια λένε οργανωμένα.
Αυτό μπορούσε να συμβεί στον πάσα ένα
Γραφειοκρατία αφεντικό και μια απλώστρα
Φταίνε που χάσαμε ξανά τον Παλαιοκώστα…
Στο μέλλον το απώτερο
που θ’ αποκτήσω κότερο
θα βάλω φίνο πλήρωμα
και δυο μουνιά συμπλήρωμα
Θα την αράζω εγώ στο deck
κι από ένα laptop hi-tech
θα βλέπω –κοίτα ρουφιανιά-
πού έχουν αράξει τα μουνιά
Θα πίνω μπίρες και κοκτέιλ
δε θα διαβάζω ούτ’ ένα mail
ο μήνας θα ‘χει πάντα εννιά
να ΄ναι καλά τα δυο μουνιά
Θα πίνω εγώ και θα γλεντώ
κι από τη φύση γαλαντό-
έτσι να σκάσει η τσιγκουνιά
κέρνα και κέρνα τα μουνιά
Μα μέχρι να συμβεί αυτό
ή κάπως πρέπει να σκεφτώ
να βγω απ’ τα σκουπίδια μου
ή να αρκεστώ στ’ αρχίδια μου
Άνοιξε το τριώδιο
κι εγώ με μόνο εφόδιο
μια τρέλα στο κεφάλι
Από την κούνια μασκαράς
και ποιητής της συμφοράς
αρλούμπες γράφω πάλι
Στο καρναβάλι της ζωής
μια μάσκα εγώ της προκοπής
δε βρήκα να φορέσω
Ούτε πλουμίδια αστραφτερά
βρήκα να βάλω μια φορά
λίγο κι εγώ ν’ αρέσω
Μ’ ίδια τη φάτσα πάντα ανφάς
(το ‘πα! Απ’ την κούνια μασκαράς)
πάω, πατώ, σκοντάφτω
Και σα να μη μου φτάνει αυτό
με στόμα που χάσκει ανοιχτό
συνέχεια μύγες χάφτω
Και φτύνω ολούθε φτου και φτου
και του κορμιού μου του σκυφτού
τραντάζεται η καμπούρα
Κι από τις μπίρες που ‘χω πιει
καμιά φορά –Πω! Πω! Ντροπή!-
μου φεύγουνε και ούρα
Και πάω…φαντάσου με γκρο πλαν
Καμπουρο-κατρουλο-Δον-Ζουάν
να βήχω και να φτύνω
Και πού και πού (απ’ το βρακί)
καμιά υπερηχητική
πορδή κρυφά ν΄ αφήνω
Για τέτοια ομορφιά μιλώ
κι όλους εσάς, σας προκαλώ
τώρα εδώ να πείτε
Αν ψάξετε όλοι εσείς
μήκη και πλάτη αυτής της γης
τέτοια ομορφιά θα βρείτε;
Σωστό είναι ο παπάς την παπαδιά
και όχι ο παπάς μωρά παιδιά
Φωτιά θα έριχνε ο Θεός για να μας κάψει
όμως κι αυτός στα αρχίδια του έχει γράψει
εσένα, εμένα, τα παιδιά σου, τα παιδιά μου
και δε φτουράει πια το “βόηθα Παναγιά μου”
γιατί κι αυτή μας έχει γράψει στο μουνί της.
Τάδε έφη ο Στιχάκιας ο προφήτης…
Ρεφρέν
Εδώ παπάς εκεί παπάς
και ο Θεός τελείως λαπάς…
Στη μια μεριά του χάρτη κάνουν πάρτι
η glamour fiesta τους θαμπώνει τον πλανήτη
θα αλλάξουν όλα, θα το δεις, ως την Τετάρτη
αφού ο Πρόεδρος ορκίζεται την Τρίτη
Ο επί γης Θεός αλλάζει χρώμα.
κομψά ντυμένος με ένα στιλ που μαγνητίζει
θα διώξει βόμβες, πόλεμο κι ακόμα
ό,τι κακό την οικουμένη βασανίζει
Θα αναστηθούν νεκροί. Διαμελισμένα
κορμιά, θα ενώσουν τα χαμένα τους τα μέλη
Τα σπίτια θα ξαναχτιστούν ένα προς ένα
και θα διατίθεται πισίνα για όποιον θέλει…
Οι βόμβες θα επιστρέψουν όλες πίσω
όταν πατήσει το κουμπί rewind κι εμείς
θα αναρωτιόμαστε όλοι «πώς θα ζήσω
σε τέτοιο κόσμο τόσο τέλειας κοπής…»
Στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες
από U.S.A, από Europe και Japan
και θα γεμίζουν με χορεύτριες οι πίστες
κι οι σερβιτόροι θα είναι πρώην Taliban
Σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω που έχω μάθει
να βλέπω αίμα εγώ να ρέει σε Blu-Ray
Σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω δίχως λάθη
Πάει και τέλειωσε! Το Σύμπαν καταρρέει…
Αυτές τις ώρες ίσως θα ‘ταν για καλό μας
Κανείς μας τίποτα μην πει. Να μη μιλήσει
Ας κάνουμε –από συνήθεια- το σταυρό μας
Και ας μουντζώσουμε -με τρόπο- προς τη Δύση
Θα φύγω –όπως πάντα- απ’ το γραφείο
θα πάω ποδαρόδρομο στο σπίτι
Εκεί, θα βάλω στο κεφάλι ένα λοφίο
και με χοντρή –σα μελιτζάνα- (μου) τη μύτη
θα βγω στους δρόμους με μπατζάκια σηκωμένα
στο ένα πέλμα σαγιονάρα, στο άλλο μπότα
θα είναι τα βήματά μου τόσο ηλεκτρισμένα
που όπου πατώ θα ανάβουν από πάνω φώτα
Βιβλίο η πόλη ανοιχτό και θα πηγαίνω
προτάσεις φτιάχνοντας για μια ιστορία πλήξης
και ας μην ξέρω και ας μην καταλαβαίνω
γραμματικές, συντακτικά, σημεία στίξης…
Και θα μιλά η ιστορία –όχι για μένα-
αλλά για εκείνον που σχολνά απ’ το γραφείο
και βγαίνει έξω με μπατζάκια σηκωμένα
και με ολόρθο στο κεφάλι του λοφίο
Και πάει στο δρόμο με ποδάρια ηλεκτρισμένα
κι όπου πατά ανάβουν από πάνω φώτα
κι αφήνει χνάρια πίσω αχνά και μπερδεμένα
το ένα ίχνος σαγιονάρα το άλλο μπότα
Και πάει και γράφει μες στης πόλης το βιβλίο
προτάσεις φτιάχνει μες σε μια ιστορία πλήξης
και είναι φτυστός με καπετάνιο σε ένα πλοίο
που όλο μπερδεύει της πυξίδας τις ενδείξεις…
.
.
…Από το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί…
Είμαστε εμείς τα δύο τόσο ενωμένα
που θα έλεγε κανείς πως είμαστε ένα
Δίπλα σου ζω κοντά σου ανασαίνω
και αν σε χάσω αυτόματα πεθαίνω
Τόσο μεγάλη είν’ η αγάπη αυτή που σου ‘χω
που ντύνομαι με αυτό που ντύνεσαι το ρούχο
Μία καρδιά χτυπά για μας ρυθμό έχει ένα
Στο ξαναλέω. Αφού είμαστε ενωμένα…
Όταν πονάς ο πόνος σου αντανακλάται
φτάνει σε μένα. Το κορμάκι μου συσπάται
Όταν κρυώνεις κι εγώ νιώθω αυτό το κρύο
Στο ξαναλέω. Είμαστε ένα. Όχι δύο
Είναι αγάπη ή ανάγκη; Δεν το ξέρω
Δεν ξέρω αλήθεια αν ποτέ θα καταφέρω
να ζήσω μόνο μου. Δεν ξέρω κι αμφιβάλλω
“Αυτά είπε χθες το ένα αρχίδι μου στο άλλο…”
Με κώλο που αγαπάει τον καναπέ
τηλε- κι εγώ -απ’ το σαλόνι επαναστάτης
με ύφος προπαντός και με τουπέ
(να μοιάζει η φάτσα μου μιας άλλης πιο φευγάτης)
κάνω αποτίμηση στα πρόσφατα συμβάντα.
High Definition οι μολότοφ στην οθόνη
ταιριάζουν μούρλια με τα φώτα στη βεράντα
κι ο ήχος τους –Dolby Surround- μ’ απογειώνει…
Κάνω αναλύσεις. Οι απόψεις μου σταράτες!
Μπάτσοι, Γουρούνια –στα Εξάρχεια Δολοφόνοι
Μετά, αλήτες μασκοφόροι τρομοκράτες!
Και δίπλα μου, όλη η οικογένεια καμαρώνει…
Χρηματιστήριο, Εφρέμ, παπαδοπαίδια
Πώς καταντήσαμε οι γελοίοι αυτό τον τόπο
Άλλα είχα φτιάξει στο μυαλό -για φέτος- σχέδια
Ζωή εν τάφω τα Χριστούγεννα γαμώτο!
Αλλάζει ο Χρόνος! Σβήσε αγάπη μου τα φώτα
Κρύψου καλά να μη μας δει αυτός που μπαίνει
Κόψε την πίτα. Το Σταυρό να κάνεις πρώτα
να ΄ναι και φέτος η χρονιά μας σταυρωμένη…
Έχε τα μάτια σου κλειστά μη δεις εκπλήξεις
Πότε είχαμε καλή χρονιά; Δεν το θυμάμαι…
Πώς θα ΄ν η επόμενη; Ξανά ήξεις αφήξεις…
Κι εμείς τι κάνουμε; Αχ! αγάπη μου. Γερνάμε…
………………………………………………………………..
Εποστρακίστηκε ο φελλός απ’ τη σαμπάνια
κι έγινε χάλια το χαλί και το Armani
και ειλικρινά, προσπάθεια Τιτάνια
έκανα –να- μην κάποιος άξαφνα πεθάνει…
Θα ‘ρθω μια μέρα σπίτι και θα λείπεις
θα φύγεις μόνη ή ένας ξένος θα σε πάρει;
Κι εγώ, θα είμαι για τους άλλους όλους τύποις
αδιάφορος κι ας μέσα έχω σαλτάρει…
Θα αναζητήσω στο σκοτάδι τη μορφή σου
μετά, τις όμορφες καμπύλες σου θα ψάξω
δε θα τις βρω. Και θα ναι αυτή η μη επαφή σου
λόγος να βγω τρελός στους δρόμους να φωνάξω
Να φύγω τρέχοντας να πάω στα κανάλια
φωτογραφίες σου να μοιράζω και να κλαίω
να λέω την έχασα, -την κλέψανε;-, είμαι χάλια
όλο -την κλέψανε;- την έχασα να λέω…
Θα βγω στο ράδιο -δε μπορεί κάποιος θ’ ακούσει
κάποιος θα έρθει να με βγάλει από το λούκι
Θα πω: “το απόγευμα αργά, χθες στο Μαρούσι
χάθηκε -κλάπηκε;- μια μπλε V-Strom Suzuki…”
Απ’ τα πάθη τ΄ ανθρώπινα
όποιο έβρισκα το ‘πινα
σα σφουγγάρι
Και τα εφτά τα θανάσιμα
τα μετρώ για παράσημα
που ‘χω πάρει
Είχα πάντα για μότο μου
το σιχτίρ, το γαμώτο μου
το θεό μου
την πρεμούρα την κάλμα μου
τη βουτιά και το άλμα μου
στο γκρεμό μου
Με -στο στόμα- κλαράκι –μου-
της καρδιάς φυλλαράκι μου
ξεραμένο
σε ένα κόσμο θεόρατο
με περνάγαν’ γι αόρατο
και για ξένο
Ρεβυθούλης με όρια
κι η φωνή μου στεντόρεια
μες στο μπάσο
Μα οι φτέρνες που ψήλωνα
τα ποδάρια μου αγκύλωναν
πήγα πάσο
Τώρα εδώ στο γραφείο μου
έχω ανοίξει το βίο μου
ραβασάκι
και μετράω το άχτι μου
με τα παφ και τη στάχτη μου
στο τασάκι
Ίσως βρέξει… ποιος νοιάζεται;
(το μυαλό μου κουράζεται
κάνει γκέλες…)
Πες μου εσύ, διορθώνεται
το σκατό αν πλαισιώνεται
με κορδέλες;
Γέμισε η πόλη –κοίτα όμορφη!- λαμπιόνια
τι εύκολο θα ‘ταν να μας έλεγα όλους πιόνια
τι ωραίο θα ‘ταν να μας έλεγα στολίδια
πάνω σε δέντρο με κομμένα τα κλαδιά
Στολίζει η νύχτα το κορμί της σαν κοκέτα
Ο δρόμος πάει μια στροφή κλειστή –φουρκέτα-
Τι ωραίο θα ‘ταν να γκαζώσω και να φύγω
χωρίς καμία κεντρομόλο να τραβά
Σχήμα οξύμωρο (χωρίς κλαδιά στολίδια)
μπίλιες αιωρούμενες –τα ίδια και τα ίδια-
σα σαπουνόφουσκες που πέφτοντας χτυπάνε
και σπάνε πάνω σε δυο χέρια παιδικά
Σπάει τη ματιά του ο καιρός κι αλληθωρίζει
δυο μήνες τώρα μια τον βρίζω μια με βρίζει
δυο μήνες τώρα τον κοντράρω με κοντράρει
και το αποτέλεσμα πολλά μηδενικά
Μια τρύπα πάνω στο νερό που μεγαλώνει
ένα εμβαδόν που παίρνει όγκο και τρυπώνει
σε ένα μυαλό που πια δεν έχει χώρο, αέρα
ούτε κουράγια για να αντέξει τελικά…
Δυο μήνες κόντρα στον καιρό και …που να πάρει
δεν ξέρω αλήθεια από τους δυο μας ποιος κοντράρει
κι εκείνη η τρύπα –που είπα πριν- έγινε δίνη
που όλο μαζεύει όλο ρουφά κι έπειτα φτύνει…
Δυο μήνες κόντρα στον καιρό με μόνη ομπρέλα
ένα παράπονο που άλλοι το ‘παν τρέλα
κι άλλοι το είπαν ιδιότροπο λαμπιόνι
που άστραψε λίγο -φως που καίει- και ματώνει…
Ας κάνω μια υπόθεση εργασίας
ας πω πως πια εγώ δεν είμαι εγώ
ας πω πως -μου- είμαι απλά ένας σωσίας
που βρέθηκα -στην τύχη- να είμαι εδώ
Να κάνω -σπάσε πλάκα- ό,τι κάνω
να σκέφτομαι ό,τι σκέφτομαι -τι αστείο!-
να περπατάω όπως βαδίζω -ίδιο πλάνο-
και να ‘ναι η φάτσα μου της μούρης μου εκμαγείο
Τέτοια υπόθεση ας κάνω. Έτσι ας τρέξω
το νου για λίγο, σα να μην υπήρξα καν
σα να -τυχαία- εδώ προέκυψε να παίξω
(το) σωσία κάποιου που φοβάται τα γκρο πλαν…
Νυχτώνει… Η πόλη όλα τα φώτα –πάλι- σβήνει
(μουντά σημάδια των καιρών, απελπισμένα)
Εγώ, κοιτάζω στον καθρέφτη μια εμένα
και μια ένα είδωλο που αγνώριστο έχει γίνει
Οι μνήμες στο κεφάλι αγκομαχούν
σε έναν αγώνα ποια θα έρθει απόψε πρώτη
Κράτα το χέρι μου σφιχτά και πες μου ό,τι
αυτές δεν πρόκειται –φοβούνται;- να μου πουν…
Φεύγεις. Το βήμα ίδιο, ίδια η κίνηση όπως τότε…
Στρέφοντας πίσω σου κοιτάζεις προς τα μένα
με μάτια υγρά…(Απ’ τη χαρά ή λυπημένα;)
Δεν θα το μάθω αν δεν το πεις. Μίλα μου οπότε!
Στους δρόμους πάνω η νύχτα αντανακλάται
-Να πω κι εγώ φριχτό κι απέριττο τοπίο-
ή να το πω ένα συνοθύλευμα ερειπίων
συναισθημάτων. Τι να πώ; (Δε με βοηθάτε…)
………………………………………………….
Ξημέρωσε… Η πόλη ανάβει φώτα
Φύσηξε αέρας κι όλοι στέγνωσαν οι δρόμοι
Κι εγώ τεντώνομαι να ξεπιαστούν λίγο οι ώμοι
Ντύνομαι, πάω στη δουλειά κι όλα όπως πρώτα.
Εγώ θα παίζω με ανοιχτά όλα τα φύλλα
κι ας χάνω τις παρτίδες σωρηδόν
Και…συμπαθάτε με -πώς λεν;- με το μπαρδόν
αλλά συχαίνομαι της μπλόφας την ξεφτίλα
Είμαι βιβλίο ανοιχτό. Έτσι έχω μάθει.
Χωρίς τους άσσους στα μανίκια να ποντάρω
χωρίς μελέτη στα στατιστικά τα λάθη
χωρίς προβλέψεις .Έτσι ξέρω να τζογάρω
Δε με ενδιαφέρει πώς μου κρίνεται η κρίση
κι ούτε με νοιάζει το αποτέλεσμα ποιο θα ‘ναι
Τα πράγματα όλα τα εμπιστεύομαι στη Φύση
Κι ας έρθουν όπως κρίνει. Κι έτσι ας πάνε…
Εγώ ασήμαντος πώς κάπως να κινήσω
όλα τα νήματα και όλες τις προθέσεις
Και πώς -ασήμαντος ξανά- να συντονίσω
τις παραμέτρους στων θεών τις διαθέσεις;
Πρόσεχε! Κοίτα! Άκου! Κάνε! Δείξε! Σώπα!
Το νου σου! Δες! Κοίτα τι έρχεται από πέρα!
Τέτοια ζωή δεν την αντέχω ούτε με ντόπα
και ας τινάζω όλη τη μπάγκα στον αέρα
Γι αυτό τα φύλλα θα τα ανοίγω στο καρέ
και αν οι μάρκες μου διαλέξουν να χαθούν
όταν οι άλλοι -Σκρουτζ Μακ Ντακ- θα τις μετρούν
Τότε θα λέω: “Και τι έγινε μωρέ;”
Υπέρμαχος από μικρός της αξιοκρατίας
βρέθηκε να ‘ναι αφεντικό μεγάλης εταιρείας
που έκανε κατασκευές, δημιουργούσε ζεύξεις
και όντας δίχως γραμματέα, άρχισε συνεντεύξεις…
Περνούσαν για επιλογή και αήθεις και με ήθος
μα υπερτερούσε πάντοτε το πιο μεγάλο στήθος
Όσο να πεις για το μισθό; Δε νοιάζονταν ουδόλως
αν σαν το στήθος ήτανε στητός, ωραίος κι ο κώλος
Έμπαινε στο γραφείο του όποια φορούσε φούστα
(τα παντελόνια ήταν μακριά για τα δικά του γούστα)
Δημιουργούσε πάντοτε κλίμα συνεργασίας
μιας κι ήτανε σημαντική η θέση γραμματείας
Μόλις η υποψήφια έμπαινε, τη ρωτούσε:
«Γνωρίζετε την Αγγλική;» και ύστερα κοιτούσε
να δει τα πόδια τα γυμνά –αχ ομορφιά αιώνια!-
κι αυτές το μυριζόντουσαν κι αρχίζανε καψόνια
Πότε τα ανοίγαν’ ελαφρά τάχα να αλλάξουν στάση
πότε τα βάζαν’ σταυρωτά -λίγο- μέχρι να χάσει
την ψυχραιμία του αυτός. Κι έτσι οι ερωτήσεις
βγαίναν’ σαν αποτέλεσμα μιας αυθορμήτου στύσης
Μιλούσε με ύφος γλαφυρό μα έλεγε κουταμάρες
Κι εκείνες τον ανέχονταν. (Βλέπεις από τις χάρες
η Υπομονή είναι που μετρά. Να το ‘χετε υπ’ όψη
για όταν θα συναντήσετε μαλάκα και στην όψη
μα και στη συμπεριφορά. Κόντρα να μην του πάτε
Κάντε πως ενδιαφέρεστε. Αρχίστε να ρωτάτε
Τάχα με μιαν αφέλεια. Πασάρετέ του ατάκες
Τα πιο όμορφα αποφθέγματα τα βγάζουν οι μαλάκες!)
……………………………………………………………..
Υπέρμαχος από μικρός της αξιοκρατίας
κατέληξε ένα έρμαιο της οφθαλμολαγνείας
και σίγουρα αν δεν προβεί σε αλλαγή της πλεύσης
θα τον μαζέψουν σηκωτό απ’ τις πολλές τις ρεύσεις…
Πατάει κάποιος το κουμπί. Ανάβουν φώτα
Πρωτόνια που τρέχουν σαν το φως
καθοδηγούνται από τεράστιους μαγνήτες
Πρόσωπα εκστασιασμένα όλο ιδρώτα
Χέρια κρατάνε σημειώσεις τι -και πώς
θα οδηγηθούμε στις επόμενες τις ήττες
Κατευθυνόμενα μικρούλια σωματίδια
με στόχο ένα. Να στουκάρουν μεταξύ τους
κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες
Μετά, θα ανοίξουνε σαμπάνιες στα επικήδεια
κι ανασηκώνοντας το φρύδι το δεξί τους
ένας τον άλλο θα συγχαίρει όλο γλύκες…
Σχεδόν στο απόλυτο μηδέν η θερμοκρασία.
Η πίεση, υποδεκαπλάσια απ’ της Σελήνης
Ο χώρος γύρω είναι απόλυτα κενός
Έτσι προβλέπει η πειραματική διαδικασία
σαν το πρωτόνιο –θες δε θες- να επιταχύνεις
και να είναι η σύγκρουση σπουδαίο γεγονός…
……………………………………………….
Δε λέω. Να την κυνηγήσουμε τη Γνώση
κι ας είμαι χρόνια οπαδός του «Εγώ, εν οίδα…»
κι ας ψάχνω αλλού να βρω την ύπαρξη νιρβάνας
Μα αναρωτιέμαι: Αν ξεχάσει να βιδώσει
κανένας πούστης εκεί κάτω καμιά βίδα
θα τη γλιτώσουμε ή θα γίνει της πουτάνας;
Μια βδομάδα μας έμεινε ακόμα. Μετά ΜΠΑΜ!
Κάθομαι εδώ στις παρυφές του Φθινοπώρου
να αναρωτιέμαι πού έχει πάει το καλοκαίρι
Κι η απορία αυτή με σφάζει σα νυστέρι
πάνω στα χέρια ενός αδέξιου ντοτόρου
Σαν ξαπλωμένος στο χειρουργικό κρεβάτι
ξέρω θα ζήσω –πως- ξανά μια από τα ίδια
κι αυτό πονάει σαν κλοτσιά πάνω στ’ αρχίδια
που σου γυρίζει -θες δε θες- τούμπα το μάτι
Πίσω στο χώρο της καλής μου εργασίας
διεκπεραιώνω πάλι ανούσιες υποθέσεις
Δε λέω, κάποιες μου παρέχονται ανέσεις
μα –μέρες που είναι- τις θεωρώ άνευ ουσίας…
Σκαλίζω μία το μυαλό και μια τη μύτη
μπας και μπορέσω να ανασύρω από τη μνήμη
κάτι που θα μπορέσει το αγρίμι
να εξημερώσει. Και μετά γυρίζω σπίτι
Πρώτη Σεπτέμβρη! Πού έχει πάει το καλοκαίρι;
Μην έχει πάει στα μαυρισμένα τα μπουτάκια;
Μην είναι κάτω από φουστίτσες και μπουστάκια;
Μην είναι κάπου που ούτε ο ήλιος δεν το ξέρει;
Εγώ θα ψάξω να το βρω. Έχω τον τρόπο
Δεν πα να έρθει κι ο χειμώνας ο βαρύς…
αν είναι εκεί που περιγράφει ο Ποιητής
τέτοια αναζήτηση, χαλάλι όλο τον κόπο!!
Φωτιές καταπίνω λυγίζω τ’ ατσάλι
σπάω πέτρες με μία γροθιά μου
μασάω σπασμένα γυαλιά από μπουκάλι
και τρένα τραβάν’ τα μαλλιά μου
Τη μέση στηρίζει δερμάτινη ζώνη
πατάω σε μπλε ελβιέλες
στραβά τα ποδάρια κοντό παντελόνι
μα αρέσω πολύ στις κοπέλες
Σαν μπει καλοκαίρι γεμίζω μια τσάντα
και πάω όπου έχει λιμάνι
να βρω μια πλατεία να κάνω λεζάντα
με τρόπο που ο κόσμος τα χάνει
Ισιώνω τις πρόκες, σπαθιά με τρυπάνε
μα δε στάζει αίμα μια στάλα
και όλοι σε κύκλο να χειροκροτάνε
και όλοι να θέλουνε κι άλλα
Χτυπιέμαι -δε λέω- να βγάλω με κόπο
ένα πιάτο φαϊ και μια μπίρα
δε βρήκα -όπως λένε- ποτέ άλλο τρόπο
δεν το ‘θελε ίσως κι η μοίρα
Και βρίσκω όσο να ‘ναι λίγο άδικα -φως μου-
αυτά που ακούνε τ’ αυτιά μου
για κάποιους που ξέρουν τα κόλπα του κόσμου
που δεν έμαθε η αφεντιά μου
Εγώ να ματώνω να βγάλω ένα γεύμα
και γύρω μου κάτι λαμόγια
μου λεν να βαδίζω εγώ κόντρα στο ρεύμα
κι αυτοί όλο λόγια όλο λόγια
Εγώ να χτυπιέμαι να βγάλω ένα πιάτο
και γύρω -ξανά- τα λαμόγια
να τρώνε να πίνουν -οι σκύλοι- άσπρο πάτο
φωνάξτε επιτέλους το μπόγια…
Έτσι… να είμαι αραχτός κάτω από τ’ αλμυρίκι
και να μη νοιάζομαι ποσώς για ρεύμα ή για νοίκι
μπροστά μου τα γυμνόστηθα να παίζουν με τα τόπια
ξανθά ξανθά τα αλλοδαπά μελαχρινά τα ντόπια
Ξάπλα λοιπόν, ανάσκελα και πίσω απ’ το γυαλί μου
με τρόπο κατασκοπικό –να μη με δει η καλή μου-
το βλέμμα στέλνω ευθύβολο και ενίοτε με φάλτσα
-όταν το θέλω ο άτιμος είμαι διαβόλου κάλτσα!-
Κι όπως κουνιούνται τα βυζιά και τρέμουνε οι κώλοι
σκέφτομαι: Να! Τέτοια ζωή πρέπει να κάνουμε όλοι
κάτω από μια παχιά σκιά και με –στο χέρι- μπίρα
τώρα που αντέχει η φούσκα μας και δίχως καθετήρα
Γιατί η μπίρα είναι γνωστό ταλαιπωρεί την κύστη
Τόσο που βγαίνει ανάποδα –αν πιεις πολλές- η πίστη
Κι όπως και να το κάνουμε είναι γνωστόν τοις πάσι
Φυραίνει η φούσκα –όταν γερνάς- με κίνδυνο να σπάσει…
Και να ‘ναι η φούσκα μοναχά… Μετά έρχονται κι άλλα
Οι μπούκλες πέφτουν κι η κοιλιά γίνεται σαν τη μπάλα
Και όλα τα γυμνόστηθα που παίζουν και γελούνε
Τα βλέπεις μα από μέσα σου εύχεσαι μη σε δούνε…
Το αλμυρίκι είναι μία ευγενική χορηγία της favas
Μια μικρή, ή μια μεγάλη διακοπή,
μιας και οι λέξεις εδώ και καιρό δυσανασχετούν…
Καλό υπόλοιπο καλοκαίρι σε όλους και όλες
stixakias
Σε αίθουσες αναμονής
στα όρια της Υπομονής
μόνος περίμενα
Και μου την πέφτανε εκεί
όλο περιθωριακοί
και υποκείμενα
Στα πόδια μου σακ ντε βουαγιάζ
στ’ αυτιά μου RnB και Jazz
στο χέρι ζύθος
με μάτι να γυαλίζει σαν
βουτυρωμένο κρουασάν
μέσα στο πλήθος
Έκανα γνωριμίες και
στο λερωμένο το παρκέ
ξάπλωσα αρίδες
Συζήτησα με ποντικούς
κι έζησα απίστευτα κους κους
με κατσαρίδες
Χόρεψα μόνος μου ταγκό
κι έμαθα να μιλάω αργκό
κόντρα στο ρεύμα
Και -η μνήμη μου αν δε μ’ απατά-
κάποτε είχα και λεφτά
για γνήσιο γεύμα
Το ευχαριστιόμουν’ ασφαλώς
μα δε γινόταν δυστυχώς
πλέον να θάλλω
σε αυτές τις συναναστροφές
αφού είχα προδιαγραφές
για κάτι άλλο
Μέσα μου ένας ορυμαγδός
από φωνές που λέγαν’ πως
πρέπει να φύγω
γιατί το μέλλον μου εκεί
δεν είχε μια προοπτική
να φτιάξει λίγο
Μετά, κάποιες χρονιές ντεμέκ
μια στο αμπάρι μια στο deck
μια πίσω πάλι
να παλαντζάρω εδώ κι εκεί
μέχρι να δω στην τελική
πού θα με βγάλει
Τώρα είμαι “Στέλεχος” καθώς
το πρόβλεψε ο ορυμαγδός
όταν ρεμάλι
γυρνούσα με μοτοσακό
κι ένα παλιό υπνόσακο
στη μια μασχάλη
Έφαγα Ιταλικό Ροκφόρ
είδα στα φαγητά ντεκόρ
φόρεσα Armani
έμαθα τι είναι ντεγκραντέ
κι ο κώλος μου έκανε μπιντέ
σε πορσελάνη
Προσεχτικά τα βήματα
κρατώντας τα προσχήματα
στο όριο πάνω
τώρα έχω αρχίσει τα κους κους
με άλλα έντομα (ακούς;
Ακούς τι κάνω; )
Κι οι ώρες της Υπομονής
οι αίθουσες αναμονής
που εγώ περίμενα
κάναν’ πολλαπλασιαμό
χωρίς κανένα ενδοιασμό
στα… υποκείμενα
Όχι πως δεν το ξέραμε, απλά έχει παραπάει
κάθε καριόλης που έπιασε κάποτε κάποια θέση
με μόνο ένα κριτήριο να ξέρει να μασάει
να μην αφήνει τίποτα απ’ το πιάτο έξω να πέσει
κάθε καριόλης κερατάς –μία ζωή τα ίδια-
να τρώει, να τρώει, να τρώει, να τρώει –ρε πούστη δε θα σκάσει;-
κι ένας δε βρέθηκε αρχηγός στον τόπο αυτό με αρχίδια
να πιάσει μια φορά, ρε συ, τη σκούπα. Το φαράσι…
Γίναμε σκουπιδότοπος. Του κόσμου η σαπίλα
ήρθε –ή τη φέραμε εμείς;- στο ίδιο μας το σπίτι
να πάρει θέση αφεντικού. Κι είναι πολύ ξεφτίλα
να επιλέγουν μόνα τους τα θύματα το θύτη
Κάθε καριόλης κερατάς που έχει κάψει φλάντζα
αντί να πάει για απόσυρση γουστάρει κι άλλη φάση
Και να μη βρίσκεται ποτέ ένας μετά τη σκάντζα
να πιάσει μια φορά, ρε συ, τη σκούπα. Το φαράσι…
Μαζέψτε! Να προλάβετε! Φάτε λιγούρια! Φάτε!
το μόνο που θα είχα εγώ -αν ήταν- να σας δώσω
είναι αυτή τη συμβουλή: Να μην χαμογελάτε
γιατί στα δόντια φαίνεται η λαιμαργία τόσο
πολύ που αλλοιώνεται η όψη του προσώπου
και σαν του ζώου γίνεται που ψάχνει να χορτάσει
και βγαίνει αυθόρμητη η ευχή. Κάποιος να ‘ρθει επί τόπου
να πιάσει μια φορά, ρε συ, τη σκούπα. Το φαράσι…
Καριόληδες! Σας βόλεψε καλά που δε μιλάμε
και που παραπονιόμαστε στη φέξη και στη χάση
Φάγατε; Τώρα είναι σειρά δικιά μας για να φάμε
Και θα σας φάμε ζωντανούς…Ποια σκούπα. Ποιο φαράσι…
Άσχετο ίσως, αλλά από εδώ πήρα τη φράση σκούπα και φαράσι
Χωρίσαν’ έξω απ’ το σταθμό και πριν κάποιος μιλήσει
αυτή τον κοίταξε απλά με βλέμα κορεσμένο
και άπλωσε το χέρι της στην τσέπη του να αφήσει
ένα μικρό σημείωμα κάπως τσαλακωμένο
Χάθηκε μέσα στη βοή και στο χαμό της πόλης
προτού προλάβει αυτός –γιατί;- μια λέξη να αρθρώσει
Εκείνος, που ήταν όπως λεν εξώλης και προώλης
ό,τι είχε αν του το ζήταγε θα της το είχε δώσει
Τον μέθυσε το άρωμα. Τον ζάλισε η φινέτσα
Το δέρμα της το απαλό τα στήθια της, τα μπράτσα
κι ενώ γυρνούσε ως τα χθες σε αλάνες και κοτέτσια
σάμπως παραμυθιάστηκε πως έγινε άλλη ράτσα
Κι όχι το χωριατόπαιδο που ερχόμενο στην πόλη
τον βρήκε κάποια εύθυμη στο τρένο μέσα χήρα
και ρούφηξε βουλιμικά την ύπαρξή του όλη
πετώντας τον μετά μακριά σαν άδειο…αναπτήρα
Αυτό δεν το δεχότανε! Παράλογο! Τελείως!
Το σώμα της άλλα έλεγε τότε που σπαρταρούσε…
Να φύγει έτσι; Μόνη της; Κι εκείνος σα γελοίος
να την κοιτά να χάνεται; Όχι! Δεν το μπορούσε
Μα η μεγαλύτερη ντροπή ήρθε αργότερα όταν
έψαξε το σημείωμα απ΄ την τσέπη του να βγάλει
κι έβγαλε χαρτονόμισμα. Θα θελε να χανόταν
και να βρισκόταν στο χωριό μόνος του πίσω πάλι…
…Συνεχίζεται
Η πρώτη περιπέτεια -πού αλλού;- σε κάποιο τρένο
(βλέπεις αυτό το άτιμο το γυναικείο μάτι
μπορεί να διακρίνει αν είναι ξελιγωμένο
το βλέμμα αυτό που την κοιτά ή αν κρύβει μέσα κάτι
που δείχνει πως πολλές φορές το σώμα έχει χορτάσει
χωρίς καμία συστολή του έρωτα τη λαγνεία
και τότε μπαίνει ο πειρασμός κι αυτή να δοκιμάσει
αυτό που οι άλλες ζήσανε μιας και η γυναικεία
η φύση έτσι έχει φτιαχτεί συχνά να θέλει ό,τι
σε κάποιαν άλλη κάποτε ανήκε ή τώρα ανήκει
κι είτε από περιέργεια ή ανταγωνιστικότη-
τα
βλέπει μια τέτοια εκδοχή σαν πρόκληση για νίκη)
Θα ‘ταν αριστοκράτισσα. Φαινόταν απ’ τον τρόπο
που ήξερε το βλέμμα της κρυφά να φανερώνει
πότε κοιτώντας -τάχα μου- έξω να δει τον τόπο
και πότε λάγνα ή πρόστυχα κάπου στο παντελόνι
αυτού που είναι απέναντι και ξέρει πως τη βλέπει
χωρίς δικαίωμα ποτέ κανένα όμως να δίνει
αφού η καλή ανατροφή αυτά δεν τα επιτρέπει
και ας καίγεται κι ας την καλεί του έρωτα η δίνη…
Φορούσε μια μακρυά φαρδιά φούστα κι ένα καπέλο
που όταν το ‘βγαλε άπλωσε σα χείμαρος μια χαίτη
και ήταν σα να φώναζε πάρε με εδώ σε θέλω
με όμοια τη στέρηση στο μάτι του δραπέτη
που έχει χρόνια να αισθανθεί το σώμα σε άλλο σώμα
με το αίμα μες στη φυλακή να καίει και να κοχλάζει…
…Την πήρε εκεί στο πάτωμα και τη θυμάται ακόμα
κάθε φορά που τις νυχιές στο σώμα του κοιτάζει..
…Συνεχίζεται
Χαμένο ήτανε κορμί. Άξεστος και αλήτης
Και στη ζωή δε θέλησε ποτέ του άλλο κάτι
από το να λογίζεται ως ο πιο άθλιος θύτης
των γυναικών. Τον ένοιαζε μονάχα το κρεβάτι.
Σε μια χυδαία γειτονιά σε σιχαμένο τόπο
έφηβος με των ορμονών στο σώμα του τη ζέση
έπαιρνε μάτι στα κλεφτά τα χούγια των ανθρώπων
αυτά που εμφανίζονται σαν βγει η ντροπή απ΄ τη μέση
Και κράταγε με το μυαλό συνέχεια σημειώσεις
Έβλεπε πώς τα θηλυκά χάνουν τον έλεγχό τους
και λίγο πριν τα δεκαοχτώ αυτές που είχε οι γνώσεις
του αρκούσαν για να σκέφτεται σα να ‘ταν στο μυαλό τους…
Ήξερε πώς η αναπνοή λέει πάντα την αλήθεια
πώς μόνο ένα τους λοξό τάχα τυχαίο βλέμμα
(αυτό που απαρατήρητο περνά στα κουτορνίθια)
αφήνει κάποιο μήνυμα για το γνωστό το θέμα…
Ήξερε πάντα τι να πει και πώς να πλησιάσει
χωρίς καμιά χυδαιότητα καμιά κοινοτυπία
έβρισκε τον κατάλληλο τρόπο να τους αδειάσει
απ’ το μυαλό και την ψυχή την κάθε τους φοβία
Εκτός όμως απ’ τις πολλές που είχε αποκτήσει γνώσεις
είχε και κάποιο έμφυτο ταλέντο μιας και η φύση
φρόντισε αυτό που έδωσε σε άλλους μισό ή με δόσεις
σε αυτόν πλουσιοπάροχα να το κληροδοτήσει
Έτσι γεμάτος με όλα αυτά που είπαμε τα εφόδια
Έφυγε με των ποιητών –αμίλητα- τον τρόπο
αφού πια δεν υπήρχανε άλλα να ανοίξουν πόδια
γυναίκας νέας ή γριάς στον άθλιο που ήταν τόπο
…Συνεχίζεται
