Μαλακά πιο …μαλακά

ο Μέγιστος Χάρρυ Κλυνν σε στίχους του Στιχάκια

Παραγωγή  Newsbeast.gr και Χάρρυ Κλυνν

Περάσαν’ σχεδόν τριάντα χρόνια
μα εδώ δεν αλλάξαν’ πολλά
αυτοί στα ψηλά τα μπαλκόνια
βλέπουν τον Έλληνα
μαλακά, πιο μαλακά
βλέπουν τον Έλληνα πιο μαλακά…

Βουλιάξαν’ τη χώρα στα χρέη
πατώσαμε κανονικά
κι αν κάποιος βρεθεί που να φταίει
πάντα τον ρίχνουνε
μαλακά, στα μαλακά
πάντα τον ρίχνουνε στα μαλακά…

Προχθές μου την πέσανε πάλι
τα φάγαμε μου ‘παν μαζί
και μένα μου ήρθε μια ζάλη
πότε τα έφαγα
μαλακά, ρε μαλακά
φράγκο δεν έφαγα ρε μαλακά…

Και κοίτα που φτάσαμε τώρα
να λέμε γιαβόλ και ουί
στην ίδια μας μέσα τη χώρα
μας τον φορμάρουνε
μαλακά, αχ! μαλακά
μας τον φορμάρουνε οι μαλακά…

Πως βρέθηκε μου παν’ η λύση
σίγουρη, γρήγορη, απλή
το ‘χουνε λέει κανονίσει
και θα μας σώσουνε
μαλακά, πιο μαλακά
σώστε με αν γίνεται πιο μαλακά…

Θα δώσουμε Κρήτη, Ιόνιο
Αιγαίο και Ρόδο μαζί
Και ότι άλλο πει το μνημόνιο
δείχνω συναίνεση
μαλακά, πιο μαλακά
δείχνω συναίνεση ο μαλακά…

Αμερικανοί κι Ευρωπαίοι
Απόβαση κάνανε εδώ
Κι ο κόσμος που λοίσθια πνέει
μπαίνει στο internet
μαλάκα πιο μαλακά
ψάχνει στο Google να βρει τα λεφτά….

Περάσαν σχεδόν τριάντα χρόνια
κι εδώ όλα ίδια ξανά
στην πρώτη γραμμή τα κλεφτρόνια
κι εμείς τον πίνουμε
μαλακά πιο μαλακά
πάλι τον πίνουμε πιο μαλακά…

 

 

Ήρθαν πονηροί
με κουστούμια γκρι
είπανε κουράγιο
δύσκολοι καιροί
Άστρο φωτεινό
δείξε τσαγανό
όλο λες yes master
πες και κανα No
Πλήρωνα πλήρωνα σαν το μπουνταλά
για να μου τα τρώνε οι παλιομαλά-
Μου γινε μου γινε ο πάτος μου χωνί
για να μου τη λέει ο κάθε Ρουμπινί
Ευρωπαϊκά
και καουμπόικα
ήρθαν τα κλεφτρόνια
welcome Τρόικα!
Οι σοφοί της γης
Είπαν πως εμείς
φταίμε που ο κόσμος
είναι επικλινής
Πλήρωνα πλήρωνα σαν το μπουνταλά
για να μου τα τρώνε οι παλιομαλά-
Μου γινε μου γινε ο πάτος μου χωνί
για να μου τη λέει ο κάθε Ρουμπινί

Από  Τους ΚαΡαΜπΟυΖοΥκΛηΔεΣ

Δελτίο καιρού AV

 

Μάγκες ό,τι προλάβαμε

ό,τι ήπιαμε ό,τι φάγαμε

το μήνυμα το λάβαμε

γραπτά προφορικά

 

Το τόνισε η Τρόικα

σε λίγο δε θα τρώει κα

σε λίγο δε θα τρώει κα

κανένας τελικά!

 

Είναι πικρό σαν κώνειο

ρε μάγκα το μνημόνιο

και σαν τρελό δαιμόνιο

μας τρώει τα σωθικά

 

Κι όπως είπε κι η Τρόικα

σε λίγο δε θα τρώει κα

σε λίγο δε θα τρώει κα

κανένας τελικά!!!

Πιο αναλυτικά εδώ

Δελτίο Τύπου

Σοφία Κολοτούρου

Κουφός είσαι ρε;
Δεν ακούς;
Κουφές ιστορίες καθημερινής τρέλας

Σκίτσα: Σπύρος Δερβενιώτης

Εκδόσεις ΚΨΜ

ISBN 978-960-6750-46-5
Χαρτόδετο, σχήμα 14*20,5 cm
σελ. 136, με έγχρωμα σκίτσα
Λ.Τ. 14,77 ευρώ

Αναρωτηθήκατε ποτέ πως είναι να είσαι κουφός σε έναν κόσμο όπου σχεδόν όλοι οι άλλοι ακούνε; Η Σοφία Κολοτούρου πάσχει από μεταγλωσσική κώφωση και έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σε έναν τέτοιο κόσμο. Έχοντας το χάρισμα της έκφρασης στον γραπτό λόγο από μικρή, είναι ίσως η πρώτη κωφή που μπόρεσε να καταγράψει με ακρίβεια σκέψεις, συναισθήματα και πραγματικές ιστορίες από τη ζωή της σε ένα βιβλίο.

Ιστορίες που εσείς πιθανότατα δεν έχετε ακούσει ποτέ, όμως η ίδια έχει βιώσει ως αυτήκοος μάρτυς και συνεπώς σας τις μεταφέρει από …πρώτο αυτί. Οκτώ ιστορίες του βιβλίου είναι υπό μορφή comics σχεδιασμένο από τον γνωστό σκιτσογράφο Σπύρο Δερβενιώτη σε ένα ένθετο 16σελιδο, όμορφα ενσωματωμένο στην ροή και αισθητική του βιβλίου, ώστε να μπορεί να διαβαστεί και από παιδιά και εφήβους.

Το βιβλίο είναι γραμμένο με έξυπνο χιούμορ και ευαισθησία και αποτελεί επί της ουσίας έναν οδηγό προς ναυτιλλομένους στις συναναστροφές μας με κωφούς συνανθρώπους μας. Ένας χρήσιμος οδηγός ανθρωπιάς, αξιοπρέπειας και πολιτισμού που έχει σκοπό να αντιμετωπίσει τα κοινωνικά στερεότυπα, τα φοβικά σύνδρομα, τον κοινωνικό ρατσισμό προς κάθε τι το «διαφορετικό».

Η σύγχρονη τεχνολογία έχει επιτρέψει ακόμα και στους κωφούς συμπολίτες μας να έχουν «φωνή», έστω και γραπτή και να μας διηγούνται ιστορίες από τον σιωπηλό τους κόσμο. Εκείνοι έχουν βρει τον τρόπο και μας μιλούν – το ερώτημα είναι αν εμείς είμαστε έτοιμοι να τους ακούσουμε.

Εκδόσεις ΚΨΜ
Αθήνα 12 Σεπτεμβρίου 2010

www.kapsimi.gr
τηλ. 210 3839711, fax 210-3839713, e-mail: info@kapsimi.gr

Θα πάρω μόνος τα καλύτερα τα σύνεργα
θα βγω στους δρόμους και θα λέω παραμύθια
αφού στις μέρες που διανύουμε είν΄ αργά
να πει κανείς την οποιαδήποτε αλήθεια

Έτσι λοιπόν με το κοντό το παντελόνι μου
και με τα πόδια πεινασμένα για ταξίδια
με το κεφάλι θα φουντάρω απ’ το μπαλκόνι μου
και σαν τις γάτες θα σκαλίζω τα σκουπίδια

Κι εκεί θα βρω κάτι που γι άλλους είναι άχρηστο
ρακοσυλλέκτης σε μια πόλη που εάλω
θα ανακαλύψω το στοιχείο το αδιάσειστο
και από κάτω απ’ τη μασχάλη θα το βάλω

Μετά θα πάω και θα κλέψω ένα μεγάφωνο
και μια μεγάλη μπαταρία φορτισμένη
και μ’ ένα θάρρος που παιδιόθεν το ‘χα άφθονο
θα πω: Κοπιάστε η παράσταση ανεβαίνει…

Θα πω για ρήματα που χρόνια πια ξέχαστηκαν
όπως το κλέβω το υποκύπτω το φοβάμαι
θα πω για κάποιους που στη φάκα όταν πιάστηκαν
τη σκαπουλάραν με ένα σκέτο “δε θυμάμαι…”

Για αυτοκίνητα για βίλες και για κότερα
για μπλε και πράσινα ανθρωπάκια -γράψαν έπη!-
για τα κουστούμια που φοράγανε αμφότερα
Έχοντας ίδιο το design. Μεγάλη τσέπη…

Για τσαρλατάνους που μοστράραν τις μουτσούνες τους
χοντρομπαλάδες που μασάγανε σα λύκοι
κι ενώ είχαν ράμματα πολλά πάνω στις γούνες τους
τη βγάζαν πάντα καθαρή Ω! Θεία Δίκη….

Θα πω για μας που πάντα Large δικαιολογούσαμε
όταν η μπόχα σ’ αλλουνού ήταν ρουθούνι
για τις σημαίες που υπερήφανα κρατούσαμε
μήπως προλάβουμε κι εμείς κανα πιρούνι…

Έλα κοντά να ψιθυρίσω το επιμύθιο
Αυτή η χώρα που ποτέ της δεν πεθαίνει
ζει κι ανασαίνει μοναχά από συνήθειο
και δυστυχώς κανείς δεν το καταλαβαίνει…

Φαινόταν πως θα ξεχωρίσει από τη γέννα της
από τα τέσσερα τής δίναν χαρτζιλίκι
Ως τα δεκάξι είχε απωλέσει τον υμένα της
κι έβγαζε μόνη της το ρεύμα και το νοίκι…

Τη δοκιμάσαν στο τραγούδι μα δεν τα ‘λεγε
όμως τα πόδια της στην πίστα βγάζαν μάτι
κι εκείνη γάτα με την πρώτη το κατάλαβε
πως όταν έβγαινε μπροστά παιζόταν κάτι

Έβγαινε βράδι -φο μπιζού- στο παλκοσένικο
δυο μέτρα σώμα μα ψυχή μισή μερίδα
να ‘ναι καλά εκείνο εκεί όμως το αρσενικό
που της μετάγγισε τον έρωτα στη χλίδα

Πόθος τρελλός να φιγουράρει στα δισκάδικα
με -στο εξώφυλλο- τα μάτια τα γατίσια
κι αντί γι αυτό αφίσσες ροζ στα βενζινάδικα
που όσοι τις βλέπαν θέλαν άλλα αλισβερίσια

Για να αποκτήσει μεζονέτα στα προάστεια
είπε να γίνει παρτενέρ σε κάποιο Γάλλο
“Circo Jacuzzi” και αυτή θηριοδαμάστρια
έβγαλε όμως μερτικό αν μη τι άλλο…

Όπως μαθαίνει από μικρός κανείς πορεύεται
όπως μαθαίνει από μικρός καθένας πράττει
κι άλλες σπουδαίες ερμηνείες μη γυρεύετε
εδώ η εξήγηση φωνάζει…βγάζει μάτι!

Αναρωτιέμαι αν το όνομα τ´ αλλάζαν
λέτε στο μέλλον να μην είχαμε πια θέμα;
Βλέπεις αυτή η γαμημένη λέξη Γάζα
έιναι φτιαγμένη εξ´ ορισμού να πίνει αίμα

Ζω σ’ έναν κόσμο που δεν έχει προηγούμενο
τα μάτια κλείνω να μη βλέπω οφθαλμαπάτες
Ένα παρόν που τάζει μέλλον διφορούμενο
κι ένα στιλέτο που χτυπά σκυμένες πλάτες…

Ζω σ’ ένα κόσμο παλαβό χωρίς αισθήματα
ψηφία άλγεβρας οι ανθρώπινες οι σχέσεις
Και κάπως έτσι λύνονται όλα τα προβλήματα
Με “έστω πως” κι άλλες ανόητες υποθέσεις…

Ζω σ΄ ένα κόσμο που τον ήθελα καλύτερο
κι όλο θυμώνω όλο βρίζω και φωνάζω
Μετά…αγοράζω τον καπνό μου απ’ το περίπτερο
και αραχτός στην πολυθρόνα μου…ρεμβάζω

Σήμερα ανακοινώνεται ο λόγος της απουσίας του stixakia

Ο stixakias με το φίλο του το Μάκη γίνονται, κανείς δεν ξέρει για πόσο, Καραμπουζουκλήδες

Τα υπόλοιπα Εκεί

Πάλι σηκώθηκα νωρίς απ’ το κρεββάτι
ντύθηκα ωραίος για να πάω στη δουλειά
κι ενώ ήμουν σίγουρος πως δεν ξεχνάω κάτι
κάτι μού έλεγε πως ξέχναγα πολλά

Μπαίνω στο αμάξι βάζω μπρος καρφώνω πρώτη
αντί για όπισθεν που πρέπει στο γκαράζ
κοίτα πώς έκανα το αμάξι ρε γαμώτη
μουνί τη μούρη και σκατά το πορτ μπαγάζ

Δεν είμαι άνθρωπος που εύκολα τα χάνει
παίρνω δυο ανάσες στον καθρέφτη μου μπροστά
ισιώνω λίγο τη ραφή απ’ το Armani
να πέσει πάνω στα αρχίδια εφαρμοστά

Βγάζω τσιγάρο, αναπτήρα και το ανάβω
Βάζω να ακούσω διαπασών ένα σιντι
Τι κι αν το μάτι μου λιγάκι είναι μπλάβο
Τι κι αν το αμάξι μου έχει γίνει ιμάμ μπαϊλντί

Εγώ όπως είπαμε κρατώ την ψυχραιμία
και ξέρω πάντα και παντού πώς να φερθώ
αφού δε φώναξε κανείς αστυνομία
σιγά μην κλάψω και σιγά μη φοβηθώ

Ξέχασα όμως να σας πω τι είχα ξεχάσει
Κι αυτό με σφίγγει στο λαιμό μου σα θηλειά
Ή έχω σαλτάρει εντελώς ή έχω γεράσει
Σαββάτο πήγαινα ο μαλάκας στη δουλειά….

Κρυφτό

Στη φωτιά των καιρών
και στου κόσμου τα χάη
η καρδιά μου με πάει

Ένα βήμα μπροστά
κι ένα ακόμα όπως κάνω
στο γκρεμό –κοίτα- φτάνω

Όταν πέσω θα δεις
αλεξίπτωτο κάτι
να ανοίγει στην πλάτη

Δε θα είναι φτερό
δε θα ελέγχει την πτώση
ούτε θα με σκοτώσει

Δυο στροφές κι άλλη μια
στο κενό μου θα κάνω
σαν τρελλό αεροπλάνο

κι αντι κάτω, ψηλά
πιο ψηλά θ’ ανεβαίνω
ουρανό θ΄ ανασαίνω

ουρανό γαλανό
μα ένα σύνεφο γκρίζο
θα με κάνει να βρίζω

Ένα σύννεφο γκρί
που σκουραίνοντας μαύρο
θα μού βάφει το κάδρο

Και εκεί μέσα εγώ
σαν στο σύμπαν μια σκνίπα
θα φωνάζω εδώ χτύπα!

Μα αν ακούσει κανείς
Και βαρέσει έστω λίγο
Ε, τότε φως μου θα φύγω

Και θα ψάχνεις εσύ
με τα φώτα αναμμένα
για να βρεις ποιον; Εμένα!

Και σιγά μη με βρεις
Θα’ χω πιάσει νιρβάνα
στου διαόλου τη μάνα

Κι αν μετά βαρεθείς
Και θελήσεις να φύγεις
Τότε εγώ εν ολίγοις

Θα σου πω άντε γεια
στο καλό, να μού γράφεις
κι ας μην είμαι ο Καβάφης

Ένοπλη Χάλι

Στρατό δεν πήγες, ο μπαμπάκας είχε βύσμα
ούτε χρειάστηκε ποτέ σου να δουλέψεις
Αυτό που λένε λαϊκά «να την παλέψεις»
ήταν εκτός απ’ της ανάγκης σου το πρίσμα

Τα βράδια απ’ την τρομάρα σου χεσμένος
φύλαγες τσίλιες για να κλέψετε παπάκια
μετά μπιλιάρδο πιο μετά ποδοσφαιράκια
κι ο κόσμος όλος βαρετός και σιχαμένος

Κάτι να σπάσει της ανίας σου το δέρμα
κάτι να αλλάξει αυτό τον κόσμο που δεν πάει
κάτι να κάνει το σφυγμό σου να χτυπάει…
Έτοιμος ήσουν να δεχτείς το σάπιο σπέρμα

Σε βρήκαν κάποιοι στην πλατεία να βολοδέρνεις
και σού πιπίλησαν το νου σαν καραμέλα
σού βάλαν πάνω απ’ τα σκατά λίγη δαντέλα
και από τότε όπου πας γαμάς και δέρνεις

Εσύ μεγάλωνες ενώ μικραίναν οι άλλοι
σιγά μην ξέρουνε το νόημα της Ιδέας
από τσιράκι τώρα είσαι Δεκανέας
πήρες και όπλο αληθινό. Ηδονοζάλη!

Πάρε γκαλάσνικοφ μαλάκα. Βγες και βάρα
Βάρα. Το φόνο πες μετά αγαθοεργία
Συγχώρα με όμως που παθαίνω αλλεργία
όταν νομίζεις ότι είσαι ο Τσε Γκουεβάρα

take it easy…

Ξανθούλα ή μελαχρινή δε με πειράζει
Σώμα γεμάτο από χυμούς κι από πτυχώσεις
Δε με ενδιαφέρει αν ποτέ θα μ’ αθωώσεις
σε θέλω τώρα. Εσύ τι θες, ούτε με νοιάζει

Πρώτη μου αίσθηση η αφή, θα σε αγγίζει
(το άρωμά σου αρχικά θα το αγνοήσω)
θα πλησιάσω και χωρίς να σε ρωτήσω
ψιθυριστά θα πω ένα “baby take it easy”

και το κορμί σου σαν κουρσάρος θα αλώνω
βάζοντας όλο μου τον πόθο και τη ζέση
όπως –θυμάσαι;- ήταν σαν σε πρωτοείδα

με βία, απότομα, παντού θα σε δαγκώνω
μέχρι το σώμα σου να κόψω δυο στη μέση
για να μπορέσω να σε φάω μικρή σταφίδα

Πάρτε στα χέρια μια μπριζόλα. Κάντε πόζες
θέλω να γίνετε τσαχπίνες και μπριόζες
Μετά θα βάλουμε φιλέτο στο κεφάλι
κι ένα μπιφτέκι γαλοπούλας στη μασχάλη

Έτσι θα βγάλετε ΛΕΦΤΑ. Ευρώ, Δολάρια
κι αυτά που κάνετε εδώ τα σεμινάρια
εκτός του ότι βελτιώνουν τη ζωή σας
βοηθάν’ να φτιάξει και το σχήμα στο βυζί σας

Ποια Ιφιγένεια –καλέ- και ποια Αντιγόνη
κώλος χρειάζεται στητός, βυζί λεμόνι
και στο περπάτημα η μέση σας να σπάει
και να πετάγεται ο γοφός λίγο στο πλάι

Όνειρο απρόσιτο. Να γίνεις Top μοντέλο
σα να μην είχε την τιμή κάποιο άλλο «θέλω»
να μπει κι αυτό στη γκάμα των επιλογών σου
κι ας μην τραβά το θαυμασμό των διπλανών σου…

Και πώς να μην σού γίνει πρώτη επιλογή σου;
Αφού την είδες και αλλιώς την προκοπή σου
τόσα πτυχία διατριβές δημοσιεύσεις
κι ούτε ένα κόσμημα δεν είχες να φορέσεις

Καλά τα λούσα και τα εύκολα τα φράγκα
Μα το παλάτι ίσως προκύψει μια παράγκα
π’ αντί για θρόνο θα ‘χει ασήμαντη μια θέση
χωρίς το glamour και δεν ξέρω αν θα σ’ αρέσει…

Εδώ τα δύσκολα δεν είναι να κερδίσεις
ούτε να πουν το όνομά σου στις ειδήσεις
Το δύσκολο είναι να διακρίνεις αν η νίκη
είναι το αντίτιμο που σου ‘δωσαν για νοίκι…

Δελτίο καιρού

Πάλι βουλώσανε τα λούκια και τα ρείθρα
έξω απ’ το τζάμι μου κοιτώ μια μπουρμπουλήθρα
που όσο αυξάνει η βροχή αυτή χοντραίνει
σαν παντρεμένη

Είναι ο καιρός όλο παράξενες εκφάνσεις
με αλλοπρόσαλλες για μένα διακυμάνσεις
τη μια γλυκούλης και την άλλη τρελαμένος
σαν παντρεμένος

Το ‘βαλε πείσμα η βροχή να μας μουσκέψει
πάει καιρός που με παιδεύει μία σκέψη
κι αναρρωτιέμαι μήπως λίγο αργά το σκέφτηκα
Γιατί παντρεύτηκα;

Ιππόδρομος

Μονάχος στον ιππόδρομο με ένα κουτάκι μπίρα
στα άλογα από μικρός είχα μεγάλη πείρα
και τώρα που έγινα όπως λεν μεγάλο γαϊδούρι
μού έμεινε ανεξίτηλο για πάντα ένα κουσούρι

Ποντάρω ρέστα συνεχώς παίζω καλά τη μπλόφα
είμαι -πώς να το κάνουμε- φτιαγμένος απ’ τη στόφα
των μεγαλύτερων παικτών που ξέρουν να κερδίζουν
κι όταν τα πάντα χάνουνε μόνο τη μοίρα βρίζουν

Μόνο τη μοίρα. Ασφαλώς! Αφού αυτή τα φταίει
Δικά της τα προβλήματα δικά της και τα χρέη
γι αυτό και ξεπουλιόμαστε στον κόσμο όσο όσο
κι έπειτα ρέστοι και ταπί κάνουμε τον καμπόσο

Κι όταν σε άλογο κουτσό ξανά ποντάρουμε
την ψυχραιμία και την κράση μας τεστάρουμε
Μα όσο μαλώνουνε τα θέλω με τα πρέπει μας
ούτε ένα κέρμα δε θα μπει μέσα στην τσέπη μας…

υγ
στην τελευταία στροφή γίνεται ζεϊμπέκικο :-)

Ξαπλωμένος στο κρεββάτι μες στο θάλαμο
με –στο ένα μου το χέρι- ψαροκάλαμο
μακρύ και ίσο
Και με τ’ άλλο να τραβάω το σεντόνι μου
να φωνάζω να μου φέρουν το αφιόνι μου
να ηρεμήσω

Νοσοκόμοι και γιατροί δε με γουστάρουνε
δεν τους κάθομαι το αίμα να μού πάρουνε
κι έχουν θυμώσει
Στο κεφάλι μου σωλήνες και καλώδια
και το σώμα κατακόκκινα ιώδια
το ‘χουν λερώσει

Τι γυρεύω εγώ εδώ γαμώ την τρέλλα μου;
πού ‘ν’ η μάνα, ο μπαμπάς μου, η κοπέλα μου;
και πώς με λένε;
Πότε χτύπησα και πότε με μαζέψανε;
ποιοι με φέραν’ εδώ μέσα και με με ζέψανε;
Κι αυτοί που κλαίνε;

Ποιοι είν’ αυτοί και ποιος τους έφερε στο πλάι μου
πάνω που είχα πάρει μόνος το κολάι μου
κι είχα ζωηρέψει
Μού την πέσαν να με κάνουν υποχείριο
μα δεν ξέρουνε με τι άτομο μυστήριο
έχουνε μπλέξει

Έχω κάτι αλλά δεν ξέρω ποιος το έφερε
κάποιοι είπαν κι ο πατέρας πως υπέφερε
απ’ το ίδιο δράμα
Άλλοτε έχανε αιφνιδίως τις αισθήσεις του
άλλοτε έπεφτε -κι αυτός- θύμα μιας κλίσης του
Μεγάλη γκάμα!

Ψυχικά με βρίσκουν άρτιο. Αρτιότατο
μόνη λύση ένα παπά ή αιδεσιμότατο
να με διαβάσει
Λένε μέσα μου ο διάολος πως φουντάρισε
κι ό,τι μού είχε μείνει σόι το μαγάρισε
κι έχω χαλάσει

Να τις χέσω τις σπουδές και τα πτυχία τους
αν κριθεί από εμένα η ευστοχία τους
στις διαγνώσεις
Τότε φίλε αν σε πιάσουνε στα χέρια τους
τα καλύτερα να είναι τα ξεφτέρια τους
δε θα γλυτώσεις

Τι να λέμε. Είναι ηλίου φαεινότερο
Το μυαλό δεν το φορτώνεις περισσότερο
από όσο αντέχει
Ποιοι διαόλοι ποιοι παπάδες ποια εξαπτέρυγα
Δώστε μου ένα κρεββατάκι μες στην πτέρυγα
του …πέρα βρέχει…

Τόσους μήνες σιωπηλός
κάτι θα ‘χει ασφαλώς
μαζέψει εντός του

Την ανέμη του κλωτσά
σκάει ένα «κούκου-τσα»
και ένα δώστου

Και αρχίζει να ριμάρει
με χαρτί με καλαμάρι
και με πλήκτρα

Άντε πάλι μια απ’ τα ίδια
θα μας πρήζει τα αρχίδια
μέρα νύχτα….

Δεν του βγαίναν’ τα Σονέτα
κι είπε «μάγκα ξέχασέ τα
πάμε γι άλλα»

Άρπαξε πεντέξι μίζες
και επιστροφή στις ρίζες
(Τι κουφάλα!)

Ετοιμάσου αναγνώστη
κάνε το ναυαγοσώστη
και το φάρο

Λέω ένα «Φτου και βγαίνω»
δε γνωρίζω πού πηγαίνω
μα…γουστάρω!

Από σήμερα και μέχρι να συμπληρωθούν 100+1 Σονέτα θα εμφανίζομαι σε άλλο μαγαζί…

Ο νέος τόπος είναι εδώ

υγ
Δε θα χρησιμοποιηθεί τίποτα έτοιμο. Ό,τι προκύπτει θα δημοσιεύεται.

Εδώ και μήνες αυτό το blog ζει διασωληνωμένο.

Ήρθε πια ο καιρός να αφαιρέσω τη μηχανική υποστήριξη

Αν επιζήσει έχει καλώς.

Αν όχι

Άντε… και καλή τύχη μάγκες!

Και οι στίχοι για τη Σοφία :-)

Ληστέψανε την τράπεζα
και τι με νοιάζει εμένα
δεν είμαι με κανέναν.
Σου λέω καλά της κάνανε
γιατί μας προκαλούσε…
γεμάτη εκατομμύρια, ενώ κι ο Θεός πεινούσε!

Περαστικοί, αδιάφορα,
εκάτσαν κι εκοιτούσαν.
Του διευθυντή της οι κοιλιές,
κι αυτούς τους ενοχλούσαν.

Κάποιος πανικοβλήθηκε
μπας κι ήτανε ο γιος του
κι ο ιδρωμένος λογιστής,
μπας κι ήταν ανεψιός του
κι όσο για τον ταμία
που πήγε ν’ αμυνθεί,
όταν αναρωτήθηκε για ποιόν και το γιατί,
“στα τέτοια μου” ψιθύρισε
και γέμισε τις τσάντες.

Άντε και καλή τύχη μάγκες!

Στο μπάτσο βλέπεις πέρασε μονάχα η κοροϊδία,
να έχει την ψευδαίσθηση πως είναι εξουσία,
και τώρα η χήρα του με δυο ορφανά,
με τρεις κι εξήντα σύνταξη, τη μοίρα βλαστημά
και μια γνωστή αιτία…

Ψωρο-κορώνα-γράμματα
στο τζόγο της ζωής
«Επάγγελμα;» «Ποιό επάγγελμα;»
«Τι επάγγελμα;» «Ληστής»

Τα τέρατα δικάστηκαν με μάρτυρα την πείνα,
αποκλεισμένα μια ζωή σε ακούσια καραντίνα.
Η απελπισιά περίστροφο και σφαίρες της, οι ανάγκες

Άντε… και καλή τύχη μάγκες!

υγ
Κοίτα να δεις πόσο επίκαιροι είναι τούτοι οι στίχοι!

Σήμερα εμφανιζόμαστε σε μεγαλύτερο σαλόνι

Ευχαριστώ το Σολωμάντζαρο για το όμορφο εξώφυλλο

Γίναμε ρόμπα σε όλη την Ελλάδα.
Στείλαμε για να απλώσει τη μπουγάδα
στης τρίτης πτέρυγας επάνω την ταράτσα
την πιο επικίνδυνη για να το σκάσει φάτσα

Με της απλώστρας το σκοινί έφτιαξε σκάλα
Κι όπως περνούσε ένα ελικόπτερο από πάνω
Την κάνει λάσο και γραπώνεται η κουφάλα
Κυρ Διευθυντά των φυλακών τι να σας κάνω;

Δεν πήγε μόνος είχε δίπλα το Ριζάι
τα μανταλάκια, τη λεκάνη να κρατάει
πότε προλάβανε και στήσαν’ την πλεκτάνη
Τι να σου πω αφεντικό. Μεγάλο αλάνι!

Και δε με νοιάζει τίποτα άλλο πια εμένα
Αλλά έχω ακόμα δυο πλυντήρια πλυμένα
Και ποιον να στείλω να τα απλώσει; Τι να κάνω;
Με βλέπω μόνο μου να τρέχω εκεί πάνω…

Και το ‘χα πει στον Υπουργό. Μα αυτός κουβέντα
Και να που γίναμε κορόιδα με πατέντα
Αν είχε πάρει το -που του είπα- στεγνωτήριο
Δε θα ‘σουν θύμα –αφεντικό- εξιλαστήριο…

Με εκείνος…πούουου…Πολλά τα έξοδα, κονδύλια…
Τώρα μας ρίχνει μπινελίκια και καντήλια
Η γαμημένη –αφεντικό- γραφειοκρατία
είναι η μόνη της απόδρασης αιτία…

Μην τους ακούς που σχέδια λένε οργανωμένα.
Αυτό μπορούσε να συμβεί στον πάσα ένα
Γραφειοκρατία αφεντικό και μια απλώστρα
Φταίνε που χάσαμε ξανά τον Παλαιοκώστα…

Στο μέλλον το απώτερο
που θ’ αποκτήσω κότερο
θα βάλω φίνο πλήρωμα
και δυο μουνιά συμπλήρωμα

Θα την αράζω εγώ στο deck
κι από ένα laptop hi-tech
θα βλέπω –κοίτα ρουφιανιά-
πού έχουν αράξει τα μουνιά

Θα πίνω μπίρες και κοκτέιλ
δε θα διαβάζω ούτ’ ένα mail
ο μήνας θα ‘χει πάντα εννιά
να ΄ναι καλά τα δυο μουνιά

Θα πίνω εγώ και θα γλεντώ
κι από τη φύση γαλαντό-
έτσι να σκάσει η τσιγκουνιά
κέρνα και κέρνα τα μουνιά

Μα μέχρι να συμβεί αυτό
ή κάπως πρέπει να σκεφτώ
να βγω απ’ τα σκουπίδια μου
ή να αρκεστώ στ’ αρχίδια μου

τριώδιο

Άνοιξε το τριώδιο
κι εγώ με μόνο εφόδιο
μια τρέλα στο κεφάλι
Από την κούνια μασκαράς
και ποιητής της συμφοράς
αρλούμπες γράφω πάλι

Στο καρναβάλι της ζωής
μια μάσκα εγώ της προκοπής
δε βρήκα να φορέσω
Ούτε πλουμίδια αστραφτερά
βρήκα να βάλω μια φορά
λίγο κι εγώ ν’ αρέσω

Μ’ ίδια τη φάτσα πάντα ανφάς
(το ‘πα! Απ’ την κούνια μασκαράς)
πάω, πατώ, σκοντάφτω
Και σα να μη μου φτάνει αυτό
με στόμα που χάσκει ανοιχτό
συνέχεια μύγες χάφτω

Και φτύνω ολούθε φτου και φτου
και του κορμιού μου του σκυφτού
τραντάζεται η καμπούρα
Κι από τις μπίρες που ‘χω πιει
καμιά φορά –Πω! Πω! Ντροπή!-
μου φεύγουνε και ούρα

Και πάω…φαντάσου με γκρο πλαν
Καμπουρο-κατρουλο-Δον-Ζουάν
να βήχω και να φτύνω
Και πού και πού (απ’ το βρακί)
καμιά υπερηχητική
πορδή κρυφά ν΄ αφήνω

Για τέτοια ομορφιά μιλώ
κι όλους εσάς, σας προκαλώ
τώρα εδώ να πείτε
Αν ψάξετε όλοι εσείς
μήκη και πλάτη αυτής της γης
τέτοια ομορφιά θα βρείτε;

Σωστό είναι ο παπάς την παπαδιά
και όχι ο παπάς μωρά παιδιά
Φωτιά θα έριχνε ο Θεός για να μας κάψει
όμως κι αυτός στα αρχίδια του έχει γράψει

εσένα, εμένα, τα παιδιά σου, τα παιδιά μου
και δε φτουράει πια το “βόηθα Παναγιά μου”
γιατί κι αυτή μας έχει γράψει στο μουνί της.

Τάδε έφη ο Στιχάκιας ο προφήτης…

Ρεφρέν
Εδώ παπάς εκεί παπάς
και ο Θεός τελείως λαπάς…

44

Στη μια μεριά του χάρτη κάνουν πάρτι
η glamour fiesta τους θαμπώνει τον πλανήτη
θα αλλάξουν όλα, θα το δεις, ως την Τετάρτη
αφού ο Πρόεδρος ορκίζεται την Τρίτη

Ο επί γης Θεός αλλάζει χρώμα.
κομψά ντυμένος με ένα στιλ που μαγνητίζει
θα διώξει βόμβες, πόλεμο κι ακόμα
ό,τι κακό την οικουμένη βασανίζει

Θα αναστηθούν νεκροί. Διαμελισμένα
κορμιά, θα ενώσουν τα χαμένα τους τα μέλη
Τα σπίτια θα ξαναχτιστούν ένα προς ένα
και θα διατίθεται πισίνα για όποιον θέλει…

Οι βόμβες θα επιστρέψουν όλες πίσω
όταν πατήσει το κουμπί rewind κι εμείς
θα αναρωτιόμαστε όλοι «πώς θα ζήσω
σε τέτοιο κόσμο τόσο τέλειας κοπής…»

Στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες
από U.S.A, από Europe και Japan
και θα γεμίζουν με χορεύτριες οι πίστες
κι οι σερβιτόροι θα είναι πρώην Taliban

Σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω που έχω μάθει
να βλέπω αίμα εγώ να ρέει σε Blu-Ray
Σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω δίχως λάθη
Πάει και τέλειωσε! Το Σύμπαν καταρρέει…

Αυτές τις ώρες ίσως θα ‘ταν για καλό μας
Κανείς μας τίποτα μην πει. Να μη μιλήσει
Ας κάνουμε –από συνήθεια- το σταυρό μας
Και ας μουντζώσουμε -με τρόπο- προς τη Δύση

Θα φύγω –όπως πάντα- απ’ το γραφείο
θα πάω ποδαρόδρομο στο σπίτι
Εκεί, θα βάλω στο κεφάλι ένα λοφίο
και με χοντρή –σα μελιτζάνα- (μου) τη μύτη

θα βγω στους δρόμους με μπατζάκια σηκωμένα
στο ένα πέλμα σαγιονάρα, στο άλλο μπότα
θα είναι τα βήματά μου τόσο ηλεκτρισμένα
που όπου πατώ θα ανάβουν από πάνω φώτα

Βιβλίο η πόλη ανοιχτό και θα πηγαίνω
προτάσεις φτιάχνοντας για μια ιστορία πλήξης
και ας μην ξέρω και ας μην καταλαβαίνω
γραμματικές, συντακτικά, σημεία στίξης…

Και θα μιλά η ιστορία –όχι για μένα-
αλλά για εκείνον που σχολνά απ’ το γραφείο
και βγαίνει έξω με μπατζάκια σηκωμένα
και με ολόρθο στο κεφάλι του λοφίο

Και πάει στο δρόμο με ποδάρια ηλεκτρισμένα
κι όπου πατά ανάβουν από πάνω φώτα
κι αφήνει χνάρια πίσω αχνά και μπερδεμένα
το ένα ίχνος σαγιονάρα το άλλο μπότα

Και πάει και γράφει μες στης πόλης το βιβλίο
προτάσεις φτιάχνει μες σε μια ιστορία πλήξης
και είναι φτυστός με καπετάνιο σε ένα πλοίο
που όλο μπερδεύει της πυξίδας τις ενδείξεις…

.
.

…Από το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί…

Επόμενη σελίδα: »



Follow

Get every new post delivered to your Inbox.