Μια μικρή, ή μια μεγάλη διακοπή,
μιας και οι λέξεις εδώ και καιρό δυσανασχετούν…
Καλό υπόλοιπο καλοκαίρι σε όλους και όλες
stixakias
Σε αίθουσες αναμονής
στα όρια της Υπομονής
μόνος περίμενα
Και μου την πέφτανε εκεί
όλο περιθωριακοί
και υποκείμενα
Στα πόδια μου σακ ντε βουαγιάζ
στ’ αυτιά μου RnB και Jazz
στο χέρι ζύθος
με μάτι να γυαλίζει σαν
βουτυρωμένο κρουασάν
μέσα στο πλήθος
Έκανα γνωριμίες και
στο λερωμένο το παρκέ
ξάπλωσα αρίδες
Συζήτησα με ποντικούς
κι έζησα απίστευτα κους κους
με κατσαρίδες
Χόρεψα μόνος μου ταγκό
κι έμαθα να μιλάω αργκό
κόντρα στο ρεύμα
Και -η μνήμη μου αν δε μ’ απατά-
κάποτε είχα και λεφτά
για γνήσιο γεύμα
Το ευχαριστιόμουν’ ασφαλώς
μα δε γινόταν δυστυχώς
πλέον να θάλλω
σε αυτές τις συναναστροφές
αφού είχα προδιαγραφές
για κάτι άλλο
Μέσα μου ένας ορυμαγδός
από φωνές που λέγαν’ πως
πρέπει να φύγω
γιατί το μέλλον μου εκεί
δεν είχε μια προοπτική
να φτιάξει λίγο
Μετά, κάποιες χρονιές ντεμέκ
μια στο αμπάρι μια στο deck
μια πίσω πάλι
να παλαντζάρω εδώ κι εκεί
μέχρι να δω στην τελική
πού θα με βγάλει
Τώρα είμαι “Στέλεχος” καθώς
το πρόβλεψε ο ορυμαγδός
όταν ρεμάλι
γυρνούσα με μοτοσακό
κι ένα παλιό υπνόσακο
στη μια μασχάλη
Έφαγα Ιταλικό Ροκφόρ
είδα στα φαγητά ντεκόρ
φόρεσα Armani
έμαθα τι είναι ντεγκραντέ
κι ο κώλος μου έκανε μπιντέ
σε πορσελάνη
Προσεχτικά τα βήματα
κρατώντας τα προσχήματα
στο όριο πάνω
τώρα έχω αρχίσει τα κους κους
με άλλα έντομα (ακούς;
Ακούς τι κάνω; )
Κι οι ώρες της Υπομονής
οι αίθουσες αναμονής
που εγώ περίμενα
κάναν’ πολλαπλασιαμό
χωρίς κανένα ενδοιασμό
στα… υποκείμενα
Όχι πως δεν το ξέραμε, απλά έχει παραπάει
κάθε καριόλης που έπιασε κάποτε κάποια θέση
με μόνο ένα κριτήριο να ξέρει να μασάει
να μην αφήνει τίποτα απ’ το πιάτο έξω να πέσει
κάθε καριόλης κερατάς –μία ζωή τα ίδια-
να τρώει, να τρώει, να τρώει, να τρώει –ρε πούστη δε θα σκάσει;-
κι ένας δε βρέθηκε αρχηγός στον τόπο αυτό με αρχίδια
να πιάσει μια φορά, ρε συ, τη σκούπα. Το φαράσι…
Γίναμε σκουπιδότοπος. Του κόσμου η σαπίλα
ήρθε –ή τη φέραμε εμείς;- στο ίδιο μας το σπίτι
να πάρει θέση αφεντικού. Κι είναι πολύ ξεφτίλα
να επιλέγουν μόνα τους τα θύματα το θύτη
Κάθε καριόλης κερατάς που έχει κάψει φλάντζα
αντί να πάει για απόσυρση γουστάρει κι άλλη φάση
Και να μη βρίσκεται ποτέ ένας μετά τη σκάντζα
να πιάσει μια φορά, ρε συ, τη σκούπα. Το φαράσι…
Μαζέψτε! Να προλάβετε! Φάτε λιγούρια! Φάτε!
το μόνο που θα είχα εγώ -αν ήταν- να σας δώσω
είναι αυτή τη συμβουλή: Να μην χαμογελάτε
γιατί στα δόντια φαίνεται η λαιμαργία τόσο
πολύ που αλλοιώνεται η όψη του προσώπου
και σαν του ζώου γίνεται που ψάχνει να χορτάσει
και βγαίνει αυθόρμητη η ευχή. Κάποιος να ‘ρθει επί τόπου
να πιάσει μια φορά, ρε συ, τη σκούπα. Το φαράσι…
Καριόληδες! Σας βόλεψε καλά που δε μιλάμε
και που παραπονιόμαστε στη φέξη και στη χάση
Φάγατε; Τώρα είναι σειρά δικιά μας για να φάμε
Και θα σας φάμε ζωντανούς…Ποια σκούπα. Ποιο φαράσι…
Άσχετο ίσως, αλλά από εδώ πήρα τη φράση σκούπα και φαράσι
Χωρίσαν’ έξω απ’ το σταθμό και πριν κάποιος μιλήσει
αυτή τον κοίταξε απλά με βλέμα κορεσμένο
και άπλωσε το χέρι της στην τσέπη του να αφήσει
ένα μικρό σημείωμα κάπως τσαλακωμένο
Χάθηκε μέσα στη βοή και στο χαμό της πόλης
προτού προλάβει αυτός –γιατί;- μια λέξη να αρθρώσει
Εκείνος, που ήταν όπως λεν εξώλης και προώλης
ό,τι είχε αν του το ζήταγε θα της το είχε δώσει
Τον μέθυσε το άρωμα. Τον ζάλισε η φινέτσα
Το δέρμα της το απαλό τα στήθια της, τα μπράτσα
κι ενώ γυρνούσε ως τα χθες σε αλάνες και κοτέτσια
σάμπως παραμυθιάστηκε πως έγινε άλλη ράτσα
Κι όχι το χωριατόπαιδο που ερχόμενο στην πόλη
τον βρήκε κάποια εύθυμη στο τρένο μέσα χήρα
και ρούφηξε βουλιμικά την ύπαρξή του όλη
πετώντας τον μετά μακριά σαν άδειο…αναπτήρα
Αυτό δεν το δεχότανε! Παράλογο! Τελείως!
Το σώμα της άλλα έλεγε τότε που σπαρταρούσε…
Να φύγει έτσι; Μόνη της; Κι εκείνος σα γελοίος
να την κοιτά να χάνεται; Όχι! Δεν το μπορούσε
Μα η μεγαλύτερη ντροπή ήρθε αργότερα όταν
έψαξε το σημείωμα απ΄ την τσέπη του να βγάλει
κι έβγαλε χαρτονόμισμα. Θα θελε να χανόταν
και να βρισκόταν στο χωριό μόνος του πίσω πάλι…
…Συνεχίζεται
Η πρώτη περιπέτεια -πού αλλού;- σε κάποιο τρένο
(βλέπεις αυτό το άτιμο το γυναικείο μάτι
μπορεί να διακρίνει αν είναι ξελιγωμένο
το βλέμμα αυτό που την κοιτά ή αν κρύβει μέσα κάτι
που δείχνει πως πολλές φορές το σώμα έχει χορτάσει
χωρίς καμία συστολή του έρωτα τη λαγνεία
και τότε μπαίνει ο πειρασμός κι αυτή να δοκιμάσει
αυτό που οι άλλες ζήσανε μιας και η γυναικεία
η φύση έτσι έχει φτιαχτεί συχνά να θέλει ό,τι
σε κάποιαν άλλη κάποτε ανήκε ή τώρα ανήκει
κι είτε από περιέργεια ή ανταγωνιστικότη-
τα
βλέπει μια τέτοια εκδοχή σαν πρόκληση για νίκη)
Θα ‘ταν αριστοκράτισσα. Φαινόταν απ’ τον τρόπο
που ήξερε το βλέμμα της κρυφά να φανερώνει
πότε κοιτώντας -τάχα μου- έξω να δει τον τόπο
και πότε λάγνα ή πρόστυχα κάπου στο παντελόνι
αυτού που είναι απέναντι και ξέρει πως τη βλέπει
χωρίς δικαίωμα ποτέ κανένα όμως να δίνει
αφού η καλή ανατροφή αυτά δεν τα επιτρέπει
και ας καίγεται κι ας την καλεί του έρωτα η δίνη…
Φορούσε μια μακρυά φαρδιά φούστα κι ένα καπέλο
που όταν το ‘βγαλε άπλωσε σα χείμαρος μια χαίτη
και ήταν σα να φώναζε πάρε με εδώ σε θέλω
με όμοια τη στέρηση στο μάτι του δραπέτη
που έχει χρόνια να αισθανθεί το σώμα σε άλλο σώμα
με το αίμα μες στη φυλακή να καίει και να κοχλάζει…
…Την πήρε εκεί στο πάτωμα και τη θυμάται ακόμα
κάθε φορά που τις νυχιές στο σώμα του κοιτάζει..
…Συνεχίζεται