Χωρίσαν’ έξω απ’ το σταθμό και πριν κάποιος μιλήσει
αυτή τον κοίταξε απλά με βλέμα κορεσμένο
και άπλωσε το χέρι της στην τσέπη του να αφήσει
ένα μικρό σημείωμα κάπως τσαλακωμένο

Χάθηκε μέσα στη βοή και στο χαμό της πόλης
προτού προλάβει αυτός –γιατί;- μια λέξη να αρθρώσει
Εκείνος, που ήταν όπως λεν εξώλης και προώλης
ό,τι είχε αν του το ζήταγε θα της το είχε δώσει

Τον μέθυσε το άρωμα. Τον ζάλισε η φινέτσα
Το δέρμα της το απαλό τα στήθια της, τα μπράτσα
κι ενώ γυρνούσε ως τα χθες σε αλάνες και κοτέτσια
σάμπως παραμυθιάστηκε πως έγινε άλλη ράτσα

Κι όχι το χωριατόπαιδο που ερχόμενο στην πόλη
τον βρήκε κάποια εύθυμη στο τρένο μέσα χήρα
και ρούφηξε βουλιμικά την ύπαρξή του όλη
πετώντας τον μετά μακριά σαν άδειο…αναπτήρα

Αυτό δεν το δεχότανε! Παράλογο! Τελείως!
Το σώμα της άλλα έλεγε τότε που σπαρταρούσε…
Να φύγει έτσι; Μόνη της; Κι εκείνος σα γελοίος
να την κοιτά να χάνεται; Όχι! Δεν το μπορούσε

Μα η μεγαλύτερη ντροπή ήρθε αργότερα όταν
έψαξε το σημείωμα απ΄ την τσέπη του να βγάλει
κι έβγαλε χαρτονόμισμα. Θα θελε να χανόταν
και να  βρισκόταν στο χωριό μόνος του πίσω πάλι…

 

…Συνεχίζεται


  1. #αλέξανδρος:
    των εκατό δραχμώ :-)

  2. ε

    βρε μπας και ειχε γραψει τιποτα στο χαρτονομισμα πανω;
    συμβαινουν αυτα πως δε συμβαινουν.




Leave a Comment