Θα φύγω –όπως πάντα- απ’ το γραφείο
θα πάω ποδαρόδρομο στο σπίτι
Εκεί, θα βάλω στο κεφάλι ένα λοφίο
και με χοντρή –σα μελιτζάνα- (μου) τη μύτη

θα βγω στους δρόμους με μπατζάκια σηκωμένα
στο ένα πέλμα σαγιονάρα, στο άλλο μπότα
θα είναι τα βήματά μου τόσο ηλεκτρισμένα
που όπου πατώ θα ανάβουν από πάνω φώτα

Βιβλίο η πόλη ανοιχτό και θα πηγαίνω
προτάσεις φτιάχνοντας για μια ιστορία πλήξης
και ας μην ξέρω και ας μην καταλαβαίνω
γραμματικές, συντακτικά, σημεία στίξης…

Και θα μιλά η ιστορία –όχι για μένα-
αλλά για εκείνον που σχολνά απ’ το γραφείο
και βγαίνει έξω με μπατζάκια σηκωμένα
και με ολόρθο στο κεφάλι του λοφίο

Και πάει στο δρόμο με ποδάρια ηλεκτρισμένα
κι όπου πατά ανάβουν από πάνω φώτα
κι αφήνει χνάρια πίσω αχνά και μπερδεμένα
το ένα ίχνος σαγιονάρα το άλλο μπότα

Και πάει και γράφει μες στης πόλης το βιβλίο
προτάσεις φτιάχνει μες σε μια ιστορία πλήξης
και είναι φτυστός με καπετάνιο σε ένα πλοίο
που όλο μπερδεύει της πυξίδας τις ενδείξεις…


  1. Εβρεχε όλη τη νύχτα, τόσο έκανε κρύο…
    Αλλ’ έπρεπε να φύγω, όπως πάντα, το πρωί –
    άλλη μια μέρα, πάλι, γκρίζα, στο γραφείο.
    Μια μέρα ακόμη, που ‘ναι τόσο πληκτική.

    Κυκλοφορούσα, μετ’ αγνώστων, κάποιο μήνα
    - αντί για ομπρέλα, έχω πάντα ένα καπέλο
    σήκωσα επίσης τον γιακά απ’ την καμπαρτίνα -
    μα κάποιον πρόσεξα, χωρίς να πολυθέλω.

    .

    Εκείνος είχε σηκωμένα τα μπατζάκια
    και στο κεφάλι, ένα παράξενο λοφίο
    - και μας κοιτούσαν μες το δρόμο τα παιδάκια,
    λες κι από τσίρκο ένα το σκάσαμε, γι’ αστείο.

    Κι ήρθε ένας τρίτος, που καθόλου δεν γνωρίζω
    και γρατζουνούσε στο χαρτί μιαν άσπρη κόλλα.
    να δω τι γράφει, είχα πλησιάσει – κι αντικρύζω
    με λεπτομέρειες στη σκηνή μας να ‘ναι όλα:

    Εγώ, στ’ αριστερά, με κάποια καμπαρτίνα
    κι ο άγνωστος κύριος, με τ’ ωραίο του λοφίο
    και τα παιδάκια που γελούσαν στην Αθήνα
    κι οι δρόμοι γύρω οι παγωμένοι, και το κρύο.

    Το έργο εδώ τελειώνει, ανάβουν τώρα φώτα
    - κυρίες και κύριοι, ανεβείτε στη σκηνή,
    ώρα να γράψετε μαζί μας, όπως πρώτα,
    τις εντυπώσεις ενός μέσου θεατή.

  2. Διόρθωση: εκ παραδρομής έγραψα ανάποδα τη δεύτερη στροφή πριν, η σωστή είναι:

    Κυκλοφορούσα, μετ’ αγνώστων, κάποιο μήνα
    - αντί για ομπρέλα, έχω πάντα ένα καπέλο
    σήκωσα επίσης τον γιακά απ’ την καμπαρτίνα –
    μα κάποιον πρόσεξα, χωρίς να πολυθέλω.

  3. #Σοφία:

    Το διόρθωσα.
    Είναι πολύ ωραίο!
    Ευχαριστώ

  4. Στιχάκια, είστε ο Μούσος μου (βασικά πρέπει να ρωτήσουμε τον Κυριαζή που ξέρει από μυθολογία αν υπάρχει κάποιο αντίστοιχο αρσενικό της Μούσας) και χωρίς εσάς δεν ηδυνάμην να συγγράψω τιούτα πονήματα, αντιλαμβάνεστε…

  5. …και το βιολί βιολάκι
    ευχάριστο πλην όμως
    και τέχνη και μεράκι..

  6. #K.K.Μοίρης:
    Πτώμα αγαπητέ!

    #Σοφία:
    Ξέρω τις εννέα με για μετρικής την Καλλιόπη (αν δεν κάνω λάθος)
    Άντρα μούσο δε γνωρίζω!

    #Kostaslogh:
    Ααα, εσύ του έβαλες και μουσική επένδυση!
    Όμορφα!

  7. Ναι αλλά γνωρίζεις “άντρα μουσάτο”

  8. το ενα βημα μετα το αλλο
    χωμενο κεφαλι
    μεσα σε καπελο μεγαλο
    θα βρεχει βαρεμαρα
    πληξη και ανια
    μεχρι ο στιχακιας να παρει τα Ινια

    xxx

  9. #αλέξανδρος:

    Γνωρίζω, γνωρίζω!

    #misstati:
    Και τα Ίμια να πάρω δε βλέπουμε προκοπή




Leave a Comment