Archive for the 'τα πειραχτήρια' Category

Coehlo

Αν θέλεις κάτι –ειλικρινά- πάρα πολύ
το είπε –εκτός των άλλων- και ο Κοέλο
το σύμπαν -το άπαν- με τη μια συνωμοτεί
να πάρει σάρκα και οστά αυτό το «θέλω»
Οι επιθυμίες πραγματώνονται επιτόπου
και γίνονται όλες στη ζωή -όπως λέμε- πράξη
αρκεί η θέληση μονάχα του ανθρώπου
και τίποτα άλλο. Μόνο αυτό κι είμαστε εντάξει
Βάζοντας κάτω τα δικά μου όμως τα [...]

Ξεκίνησες τη δίαιτα κι έγινες άλλο πράμα
σε ένα Σαββατοκύριακο άλλαξες  γκαρνταρόμπα
πάνω στο μήνα γκόμενο να βρεις το ‘κανες τάμα
και δε σε νοιάζει αν όλοι λεν πως έχεις γίνει ρόμπα
Καινούργιες συναναστροφές, χαμογελάς με νάζι
φοράς τη φούστα την κοντή με κάλτσα ως το μπούτι
και άμα δε δεις εκεί που πας κάποιον να σε κοιτάζει
παθαίνεις αυτανάφλεξη και σκας [...]

Σπάσανε τα αγγελούδια της τα δυο τους τα ποδάρια
κι εκείνη -μάνα σπλαγχνικιά- αφού τα πήρε σπίτι
τον Τούλη τάιζε μικρά κεφάλια από ψάρια
και με τις ώρες κοίταγε τα αστέρια απ το φεγγίτη
Κι όπως κοιτούσε -εκεί ψηλά- του ουρανού τα χάη
ένα αστέρι λαμπερό μεγάλο σαν καρπούζι
μια λάμψη εκθαμβωτική άρχισε να σκορπάει
κι ο Τούλης σα λυκόσκυλο ξεκίνησε να [...]

Βάγγελος Ευάγγελος μας ήρθε από μακριά
θλιμμένος γιατί χάθηκε η νίκη
δε μίλησε καθόλου μα καθόλου απαλά
σαν δήλωσε η καρέκλα πως του ανήκει
Η φάτσα του γελούσε ολόκληρη ως τα αυτιά
κι ακούγονταν ευχάριστα σε όλους
γιατί έριχνε στ’ αλήθεια με την κάθε του ψευτιά
ευθύνες σε θεούς και σε διαβόλους
Έστησε το κρεββάτι του στο Ζάππειο ηχηρά
κι έλεγε καλαμπούρια στις οθόνες
μπαινόβγαινε [...]

Κι έτσι όπως ήταν όλοι εκεί μαυροντυμένοι
πήγε το βλέμμα μου σε κάποιον και θαρρώ
δεν είμαι σίγουρος μα η γυναίκα μου επιμένει
σας λέω ορκίζεται πως ήταν ο Ζορρό!

Τα μαθες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα
το αρχίδι ο Ερωτόκριτος τρώει κι αλλού σαλάτα
Μια μέρα τον αφήσαμε μονάχο στο μποστάνι
κι αυτός ξοπίσω έτρεχε όπου έβλεπε φουστάνι
Και τι να κάνεις καψερή που σ έχει γκαστρωμένη
που εκείνος ο επαίσχυντος με όποια βρει πηγαίνει
-Άκουσε φίλη μου καλή μονάκριβή μου φίλη
εγώ τον Ερωτόκριτο καιρό τον έχω στείλει
Γιατί εγώ άλλον [...]

Ένα πρωϊνό
ήρθε η μαμά μου
στο δωμάτιο
που κοιμόμουνα
κάτω απ’ τα κλινό
σκεπάσματά μου
εγώ μανιωδώς
μαλακιζόμουνα
Πόσο ντράπηκα
κανείς δεν ξέρει
σα λερώθηκε
το δεξί μου χέρι
καλοκαιρινή καντεμιά
Σα θα ‘ρθεί ο μπαμπάς
παλιομαλάκα
όλα θα τα πω
είπε η μαμά
κι εγώ κρύφτηκα
μες στην ντουλάπα
όμως τότε πια
ήτανε αργά
Πως φοβήθηκα
κανείς δεν ξέρει
σαν είδα το μπαμπά
με το μαχαίρι
καλοκαιρινός ευνουχισμός

Σε χωράφια σπαρμένα νωπά ο ήλιος χαράζει
Κι όπως κάθομαι ξάπλα εγώ, τα αρχίδια μου λιάζει
Σε είχα δει οπτασία να περνάς το στενό του Άη Γιάννη
Και σκεφτόμουν πως να ‘σαι γυμνή πρηνηδόν στο ντιβάνι
Πόσο ακόμα μαλάκας με σπυριά στο κεφάλι
Όλοι οι φίλοι γαμήσαν’ μα εγώ μες στο μαύρο το χάλι
Πόσο ακόμα θα παίζω το πουλί μου [...]